Memento Mori… περί θανάτου, μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, μέρος Γ’
Την 26 Φεβρουαρίου 2018 | 0 Σχόλια

Ας εισέλθουμε λοιπόν στην εικόνα όχι του άλλου νεκρού, μα στην εικόνα του νεκρού μας -την εικόνα του νεκρού εαυτού μας- και ιδού η φαντασία, ένα σπουδαιότατο εργαλείο γνωσιακού μηχανισμού. Τα πάντα γύρω μας πρωταρχικά τα είδε η φαντασία, νοώντας αφ’ εαυτής και ύστερα το «νοείν» επιχείρησε.

Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα φανταστικό πλαίσιο, οποιοδήποτε, χωρίς τη δική μας παρουσία, και σκεφτείτε κάποιον γνωστό ή άγνωστο να διαβάζει αυτές τις γραμμές, εκεί παρίστασθε και εσείς, αποτελείτε μέρος του πλαισίου. Άρα, επιχειρώντας να δούμε τον εαυτό μας νεκρό, θα τον δούμε σε πλαίσιο όπου υπάρχουμε και εμείς μαζί με τον νεκρό μας, είμαστε εκεί και κοιτάμε τον νεκρό μας. Δεν είναι αυτή η επιδίωξή μας αλλά μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση απευθείας στον οντολογικό χώρο, εκεί όπου καταργούνται οι περιορισμοί που ποτέ δεν υπήρξαν, εκεί όπου οι λέξεις σιώπησαν. Στον χώρο που σίγουρα δεν «είναι» και σίγουρα «είναι» εκεί!

Τη στιγμή που πάμε να ουσιοποιήσουμε το παρόν, αυτό έχει γίνει μέλλον, δηλαδή προκαλείται επιστροφή του παρόντος στο μέλλον του. Επομένως, διαφαίνονται ένα οντικό παρόν, ένα οντολογικό παρελθόν και ένα αόρατο επέκεινα έτοιμο για φανέρωση. Μπορούμε λοιπόν να ενεργήσουμε ως εξής: απομακρυνόμαστε από το σύνηθες εννοιολογικό πλαίσιο και το εκφράζουμε -αγνοώντας γλωσσικές συμβάσεις- διεισδύοντας στην εικόνα εκ των ένδον και να μην δούμε την εικόνα, αλλά να εμφανιστούμε αίφνης εντός της και να προκαλέσουμε εισροές από τον οντολογικό χώρο, να εισέλθουμε στα σπλάχνα της μορφής τού συμβάντος ισορροπώντας στην ακμή του, ανάμεσα στο τίποτα και στο «υπάρχειν», στο «μηδέν», τη μεγαλειώδη ιδρυτική στιγμή της δημιουργίας, που δεν είναι «τίποτα», ωστόσο, είναι «κάτι» και κάτι από «τίποτα». Εκεί, στο «μηδέν», υπάρχει μια κατανυκτική θροΐζουσα εμβίωση του επικείμενου συμβάντος μέσα μας, εν τω γεννάσθαι (instatunascendi) του «υπάρχειν», εκεί στο κάτι και κάτι από «τίποτα» θα βρεθούμε ξανά και μετά πάλι στο τίποτα;

Αμφιβάλλω! Άπαξ και διαπεράσαμε το τίποτα, εκεί στο κάτι και κάτι από τίποτα, εκεί όπου μας λείπουν οι λέξεις, θα εκδηλωθούν τα άδηλα και τα κρύφια μιας μεγαλειώδους -οντολογικής και όχι οντικής- πραγματικότητας, υποχρεωτικώς υπόχρεα να εκφρασθούν μορφοποιώντας μερικώς την υπόστασή τους για χάρη της καταδεκτικής από μέρους μας απότασης. Όταν ο άνθρωπος, εξωθούμενος από τις πολύχρονες και βασανιστικές νοητικές εποπτείες όταν τον επισκεφτεί η σκέψη και εκφράσει την πρόθεσή του να βεβαιωθεί γι’ αυτά που πρέπει να υπάρχουν, στρέφοντας ζηλωτικά την προσοχή του σ’ αυτά, αναγνωρίζεται από το γνωστικά απροσπέλαστο ως ο μοναδικός συμβαλλόμενος εταίρος ενός μυστικού συμπαντικού συμβολαίου, αυτό συνεπάγεται την ενεργοποίηση της μορφικής τους δυναμικής και λαμβάνει χώρα μια ανισότροπη ανταποδοτική αμοιβαιότητα. Η γενναιόδωρη ανταπόδοση οφείλεται όχι τόσο στην πρόθεση του συμβαλλόμενου ετέρου -γιατί όλοι λαχταρούμε να «γνωρίσουμε»- όσο στον συμβαλλόμενο που έχει την προνομία να αντιλαμβάνεται πού να στρέψει την προσοχή του, δηλαδή σε αυτόν που επισκέφτηκε η σκέψη με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και κατάλαβε το κάλεσμα της σκέψης, και στοχοπροσηλώθηκε σ’ αυτή τη σκέψη, και στοχάστηκε την προέλευση της σκέψης, και τελικά ακολούθησε τη σκέψη.

Αυτή η φανέρωση, όπως και αν επισυμβεί, όπως και αν την προσλάβουμε -ή ως αισθητηριακή απόκριση ή συνειδησιακή μεταβολή- δεν καταργεί τη συνείδηση του έξω κόσμου αλλά την επεκτείνει στον βαθμό που ο νεκρός μου είναι και Είναι, εφόσον «Εγώ ειμί»,  η ζώσα προέκταση του νεκρού μου. Όλα βρίσκονται εντός ενός ορισμένου από το Είναι πλαισίου. Έτσι, στην ελάσσονα κατανόηση του συλλογισμού, δυνάμεθα να ισχυριστούμε ότι θα επιδιωχθεί θέαση  της παρουσίας των παρόντων και θα επισυμβεί η φανέρωση ενός κόσμου ζώσας ιδεατότητας, ενός κόσμου όπου όχι απλώς υπάρχουν «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες», αλλά συγχρόνως εμείς οι ίδιοι ενεργοποιούμε, εισπράττοντάς τες, τη λογική και τη φύση αυτής της εικόνισης.

Σχολιάστε

  • *