Η ανύψωση και η αποκαθήλωση του έρωτα
Την 13 Φεβρουαρίου 2019 | 0 Σχόλια

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΕΡΩΤΑΣ; Και αναφερόμαστε στον έρωτα που αφορά και τους δυο και όχι τον μονομερή έρωτα.

Είναι μια κατάσταση όπου για ορισμένο χρόνο, σχεδόν ανορθόλογα, ακατέργαστα, εξιδανικεύουμε τον άλλο (είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα) ανάγοντάς τον σε επίπεδο τελειότητας. Είναι μια «Εποχή σύγχυσης και πόθου».

«Η τραγωδία στον έρωτα που δεν κάνει εισπήδηση στην αγάπη έγκειται στην νομοτελειακή κατάρρευση του»

Γιατί εξιδανικεύουμε τον άλλο;

Διότι ο άλλος φαίνεται να συμπληρώνει τις ελλείψεις μας, μας αποδέχεται και μας αναγνωρίζει, επιβεβαιώνει την ασταθή πεποίθησή μας ότι είμαστε μοναδικοί, υπάρχει κάποιος ή κάποια για τον οποίο εμείς είμαστε μοναδικοί. Αυτή η εξιδανίκευση άλλοτε ακολουθεί ως ιδιοτελής γενναιοδωρία –ιδιοτελής, διότι είναι αντάλλαγμα της επικύρωσης της πραγματικής ή ευφάνταστης σπουδαιότητάς μας από τον άλλο– και άλλοτε προηγείται, επισυμβαίνει κατά τον χρόνο που βρισκόμαστε σε κατάσταση αναμονής αυτής της επικύρωσης.

Από πού, προέρχεται αυτή η ανασφάλεια που μας ωθεί συνεχώς να ερωτευόμαστε; Νομίζω δύο είναι οι λόγοι, ένας οντολογικός, και είναι ο φόβος του θανάτου, και ο άλλος είναι λόγος οντικός και έρχεται ως απόκριση στις ενστάσεις και τις συμβουλευτικές παραινέσεις.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΜΟΝΟ ΚΑΛΛΟΥΣ.

Γιατί ερωτευόμαστε ένα συγκεκριμένο άτομο και όχι κάποιο άλλο, ενδεχομένως ωραιότερο ή καλύτερο;

Φαίνεται ο έρωτας να είναι μια συναισθηματική απόκριση σε μια οντική, προσέξτε, όχι οντολογική, λεπτοφυή ίσως και αδιόρατη πολλές φορές ανάμνηση, ένα ψήγμα από κάποιο μνημονικό επεισόδιο που το αναγνωρίζουμε πού; Το αναγνωρίζουμε, δεν το εννοώ κυριολεκτικά. Το αναγνωρίζουμε κατ’ αρχάς στο υποκειμενικό κάλλος και εν συνεχεία το επεκτείνουμε στο ύφος του άλλου ή μόνο στο ύφος του άλλου και πάλι το επεκτείνουμε στο υποκειμενικό κάλλος. Αυτό το κάτι οικείο, θαυμαστό, μας κινητοποιεί και μας ωθεί να εξιδανικεύσουμε τον άλλον έως του σημείου να αναστείλουμε την κριτική μας δυνατότητα να εντοπίσουμε τα αρνητικά του άλλου, δηλαδή δημιουργούμε ένα πλάσμα όπως θα το θέλαμε και όχι όπως είναι, απλά και μόνο διότι κάτι στη μορφή του ή στο ύφος του μας βοηθά να ανασυνθέσουμε τις συνθήκες για να εκδηλωθεί ένα συναίσθημα, μια ικανοποίηση ή ακόμα και ματαίωση, που εμβιώσαμε κάποτε. Δηλαδή ο άλλος γίνεται μόνη πηγή γνώσης και ευχαρίστησης.

ΠΟΣΟ ΔΙΑΡΚΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Νομίζω θα ήταν αφελές να δώσουμε σ’ αυτό το ερώτημα αριθμητική τιμή, ωστόσο δυνάμεθα να δώσουμε τις προϋποθέσεις που θα συντηρούν τον έρωτα και οι οποίες αν εκλείψουν τότε ο έρωτας τελειώνει.

Βλέπουμε γύρω μας ότι είναι ελάχιστοι οι έρωτες που επιβίωσαν στον χρόνο και αυτό συμβαίνει μόνο αν καταφέρει ο έρωτας γρήγορα να κάνει εισπήδηση σε αυτό που λέμε αγάπη, τότε έχει ελπίδες να μακροημερεύσει και φυσικά όχι ως έρωτας, αλλά σαν κατάσταση ανάγκης να συμπληρώσουμε αυτό που δεν είμαστε και ταυτόχρονα να απεγκλωβίσουμε τα αποθέματα συναισθήματος που έχουμε μέσα μας. Αυτό δεν είναι μια απλή μετάβαση, γι’ αυτό επέλεξα τη λέξη εισπήδηση.

Ποια είναι λοιπόν η προϋπόθεση; Τι είπαμε πριν, ότι εξιδανικεύουμε τον άλλον, τώρα πρέπει να συντηρήσουμε τον μύθο, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να συμβεί απομείωση της μυθικότητας, εδώ δεν συγχωρούνται λάθη, πρέπει να παραμείνεις μύθος, θεός, για να είναι η άλλη η θεά σου, αλλιώς και καταπέσεις συμπαρασύρεις και εκείνη. Αυτό έχει συνέπειες με βασικότερη την υποστολή της δικής σου αυθορμησίας, τη στέρηση της ελευθερίας σου, γίνεσαι ρόλος, παίζεις στο θέατρο. Άρα ο έρωτας διαρκεί όσο χρόνο παραμένουμε στον χώρο του παραμυθιού. Μετά, είτε μεταλλάσσεται σε αγάπη, κάτι σπάνιο, είτε παίρνει τη μορφή μιας παρανοϊκής εξουσιαστικότητας του άλλου, κακοποιώντας τον σωματικά και ψυχικά και αυτό που ακούγεται τόσο τραγικό είναι που συμβαίνει τις περισσότερες φορές και αποτελεί στοιχείο της ανθρώπινης παρακμής.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΣΠΗΔΗΣΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΕ ΑΓΑΠΗ

Συνοπτική περιγραφή της μηχανικής του έρωτα: Μόλις γίνουν συγκεκριμένα τα δύο υποκείμενα της σχέσης, την ίδια στιγμή αρχίζει η αμφοτερόπλευρη εξιδανίκευση και ο πόθος, που μέσα από τον πόθο επιχειρούμε να ασκήσουμε στον άλλον μια λεπτοφυή εξουσιαστικότητα. Εν συνεχεία τα δυο μέλη της σχέσης αποποιούνται τον κόσμο, αλλά προσέξτε εδώ, ναι μεν αποποιούνται τον κόσμο, ωστόσο δεν τον απορρίπτουν, λειτουργούν εντελώς αντινομικά, δεν υπολογίζουν τον κόσμο, αλλά συνάμα επιδιώκουν να επιδείξουν τον έρωτά τους στον κόσμο, είτε αναμένοντας επιβεβαίωση για την ορθή επιλογή του άλλου μέλους της σχέσης, είτε ως αντίδραση. Έχουμε όμως και συνέχεια, αμέσως αρχίζει μια σαρωτική αποταύτιση και από τα δύο μέλη της σχέσης, αποτινάσσουν από πάνω τους ακόμα και τις ταυτίσεις που είναι αναγκαίες για την επιβίωσή τους και προσκολλώνται ο ένας στην ουτοπική τελειότητα του άλλου. Αυτή η προσκόλληση είναι τόσο ισχυρή ώστε μια ενδεχόμενη αιφνίδια αποταύτιση του ενός πολλές φορές οδηγεί τον άλλο σε αυτοκτονία. Και αυτό συμβαίνει διότι δεν υπήρχαν έστω μικρές αναγκαίες για την επιβίωσή μας ταυτίσεις.

Από δω και πέρα οι ερωτευμένοι ανατροφοδοτούνται ο ένας από τον άλλον και κατά κάποιον τρόπο υπάρχει ένας συναισθηματικός συγχρονισμός η ανατροπή του οποίου θα σημάνει την αποκαθήλωση του άλλου. Και πότε επισυμβαίνει αυτή η ανατροπή; Όταν ένας από τα δυο μέλη της σχέσης φτάσει γρηγορότερα στην απόλυτη ευδαιμονική κατάσταση, οπότε φοβούμενος μήπως χάσει αυτή την ευδαιμονία κινητοποιεί την αρνητική του ισχύ με τη μορφή εξουσιαστικότητας και τότε αρχίζει να απομυθοποιείται, χάνει την εξιδανίκευσή του και όσο τη χάνει τόσο ασκεί περισσότερη εξουσιαστικότητα στον άλλο, με αποτέλεσμα να υποδουλώνεται όλο και περισσότερο στον άλλο. Προσέξτε το παράδοξο, ο εξουσιαστής υποδουλώνεται στον εξουσιαζόμενο, ο εξουσιαζόμενος απλά αναγκάζεται.

Αυτή είναι η μια πορεία που ακολουθεί ο έρωτας, υπάρχει όμως και η ποιοτική πορεία, που είναι η εισπήδηση του έρωτα σε αγάπη. Μπορούν όλοι οι έρωτες να μεταπηδήσουν στην αγάπη; Κατά τη γνώμη μου όχι, παρά μόνο δυο μορφές, η μια είναι αυτή όπου ο έρωτας δεν θα φτάσει ποτέ την απόλυτη ευδαιμονία, οπότε η νοητική σύγχυση δεν θα επικρατήσει και η άλλη, ακόμα πιο ποιοτική μορφή, είναι να αντιληφθούμε τη νοητική υπεροχή του άλλου, που ο ένας θα εμβιώσει τις πονεμένες, όπως λέω συχνά, αφηγήσεις του άλλου και τότε θα δημιουργηθεί το κάλλος για να προκύψει έρωτας που θα φέρει τα χαρακτηριστικά της αγάπης, δηλαδή θα διατηρεί ο ένας την υποκειμενική υπόσταση του άλλου και θα επικουρεί τη διαρκή εξύψωση της σχέσης.

Το κείμενο αποτελεί απόδοση από την διάλεξη του συγγραφέα, στον κύκλο διαλέξεων “ΒΗΜΑ ΣΚΕΨΗΣ” που διοργανώθηκε στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε

  • *