Αφιέρωμα στο βιβλίο «Ο Λούσηρος» από το thematofylakes.gr
Την 6 Δεκεμβρίου 2017 | 0 Σχόλια

Θα σας μιλήσω από καρδιάς. Ανοίγω το ξεφύλλισμα.

Στα πρώτα φύλλα η ματιά μου αιχμαλωτίζεται: «Αν το μυθιστόρημα ήταν ταινία…» έτσι ξεκινά την αφήγηση ο Στέλιος Χαλκίτης και ήδη άρχισε στα μάτια μου μια κίνηση, ένας ρυθμός… να αργοσαλεύει… και να μπαίνει μέσα μου… «…Θα ‘θελα να ξεκινούσε με μια μουσική υπόκρουση, σαν ρέκβιεμ…» και ο ρυθμός αποκτά υπόσταση, ιδιαίτερη έννοια, όμως, ρέκβιεμ… για ποιον; «…και να εμφανιζόταν μια μάνα και γιαγιά μαζί…» μια γυναίκα που έγινε μάνα, που έχει, είχε, την ευθύνη παιδιών, οικογένειας… «…και σαν περάσει απέναντι αγωνιά και περιμένει, και όταν δει το ορθό, χαμογελά ευτυχισμένη, και στο λάθος σε παίρνει στον κόρφο της και μυρίζεις το άρωμα της μάνας…». Μιλάει ο Οδυσσέας Στεφάνου, τον γνωρίζετε, τον θυμάστε; Και αρχίζει ένα ταξίδι-μυσταγωγία, εικόνες ασπρόμαυρου φόντου απίστευτα χρωματιστές!

Ο ρόλος της γυναίκας, ρόλος γεμάτος φως αλλά και σκοτάδι, ατόφιος, αλλά και αλλοιωμένος, καθαρός, μα και θαμπός, αλλά και μυστηριώδης, με έμφαση στην πανάρχαια συνθήκη σύνδεσης του αρσενικού με το θηλυκό, του άντρα με τη γυναίκα, αναδεικνύοντας τον ιδιόμορφα ξεχωριστό της συντρόφου, της γυναίκας, της μάνας, πόσα πολλά μαζί και πόσοι πολλοί επηρεάζονται απ’ αυτόν!…

«Εγώ έφταιξα για όλα…», έφταιξε πραγματικά; Ποιος;

Και συνεχίζει το μυθιστόρημα πλέκοντας και μπλέκοντας τις ζωές σε τρεις γενιές ανθρώπων και στον περίγυρό τους, με τις ανησυχίες τους, τους προβληματισμούς, την καθημερινότητα, την αναζήτηση, το φλερτ, τον έρωτα, την αγάπη, την προδοσία, τον αισθησιασμό, το σεξ, τη φιλία, την ίντριγκα, την εξαπάτηση, την εντιμότητα, την αλήθεια, το ψέμα‒ πλάθοντας, κτίζοντας τους χαρακτήρες μια μικρής κοινωνίας. Μας παρασύρει σε μια αναγνωστική ένταση, σε ένα ρυθμό άπληστο με μια κραυγή πάλλουσα που‒ Και όμως, ποιος μας βλέπει; Δεν μας επιτρέπει να «κλέψουμε», δεν μας αφήνει να χάσουμε κεραία!

«…Παντρεύτηκαν σε ένα μέρος άορνο και ανυπόφορο τόπο συνάντησης ανέμων, στη βραχοκκλησιά του Αϊ-Κήρυκου, που έμοιαζε σαν παιχνίδι του πιτσιρίκου αγίου της, μόνοι τους, μ’ έναν κακόμοιρο παπά που στα γένια του μπλέκονταν του φυκιού η αλμύρα με το μοσχολίβανο, με τη Σιμόν και τον Μάρκο στα στέφανα…»

Είναι ο Στέφανος και η Ραλλού, η δεύτερη γενιά, οι κύριοι ήρωες της ιστορίας.

Λέξεις κεντημένες μία μία, λέξεις ακριβές, με παλμό, με ουσία, λυρισμός και πραγματικότητα μαζί. Ζήλεψα τις λέξεις του, τόσο που‒ Ζήλεψα τις στιγμές. Ήθελα να ‘μουν εκεί, ήμουν εκεί. Και μου έρχονται στον νου –για να πατήσουμε τα πόδια μας στη γη- τα λόγια του Ρολάν Μπαρτ, στο βιβλίο του «Η απόλαυση του κειμένου», «όταν μιλάμε για την αισθητική της κειμενικής απόλαυσης θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε τη φωναχτή γραφή που στόχος της είναι η λαλιά ντυμένη με δέρμα, ένα κείμενο όπου να μπορείς ν’ ακούς τη χάντρα του λαρυγγιού, τη σκουριά των συμφώνων, την ηδύτητα των φωνηέντων, μια ολόκληρη στερεοφωνία της βαθιάς σάρκας: τη συνάρθρωση του κορμιού, της γλώσσας, όχι του νοήματος, της λαλιάς […] νιώθω κάτι να θρύβεται, να τριζοβολάει, να χαϊδεύει, να ξύνει, να κόβει, να ηδονίζεται».

Όχι ότι εύκολα φτάνουμε ως εδώ! Δεν μας δίνει απλά ένα σκαρίφημα της κοινωνίας του μικρού νησιού. Πλάθει τους χαρακτήρες μπροστά μας, τους ανακαλύπτουμε, τους βλέπουμε να μεγαλώνουν, βιώνουμε την ύπαρξή τους, διεισδύουμε στο εσωτερικό τους, τους νιώθουμε βυθισμένοι και απέναντί τους  στον κόσμο τους, να συγκρούονται, να βεβηλώνονται, να αντιμάχονται, να επιζούν, να ανθίζουν, να παραδίδονται… Πού;

«Όχι, δεν είναι η πλοκή αυτό που μας τέρπει…» γράφει ο Ορτέγκα Υ Γκασέτ στο «Αισθητικό Τρίπτυχο», «…ό,τι μας γοητεύει δεν είναι η περιέργεια να μάθουμε τι θα συμβεί…» Η πλοκή κάθε μυθιστορήματος εξιστορείται με λίγες λέξεις. Έχουμε ανάγκη ο συγγραφέας να μας δώσει τη δυνατότητα να περιεργαστούμε αναλυτικά τους ήρωές του. Κοινωνικές συμβάσεις φυλλοροούν, ανατρέπονται παραδοχές, καθεστηκυίες τάξεις αμφισβητούνται. Ο συγγραφέας, στην προσπάθεια να εμβαθύνει στο αίνιγμα της ύπαρξης, δεν διστάζει να καταποντιστεί στον άγνωστο βυθό της ανθρώπινης ψυχής, στα δύσβατα μονοπάτια της κατάθλιψης, της ψυχασθένειας, ανοίγει ρωγμές, ανοίγει χαραμάδες σ’ έναν άλλο κόσμο. Μέσα από τους χαρακτήρες που στοχάζεται θέτει ερωτήσεις, διαφωνεί, απορεί, ανοίγει ορίζοντες στον Στέφανο, στη Ραλλού στη Σιμόν, στον Μάρκο, στον αναγνώστη, σ’ εμάς. Μας μαθαίνει να στοχαζόμαστε γι’ αυτά που αποσιωπώνται.

Έντονα μου έρχεται στον νου η φράση του Τζον Χαϊλδερίν για τους Ντοστογιεφσκικούς ήρωες ότι «δεν είναι αντίγραφα πραγματικών ηρώων, αλλά είναι απλώς πιθανοί, και ως εκ τούτου, υποβάλλουν τη μορφή της ζωής μάλλον, παρά την υλική της πραγματικότητα». Είναι κοντά μας, φαίνονται ανθρώπινοι, αλλά και μας ξεπερνούν. Αυτός ο ρεαλισμός, ένας κόσμος απτός, κατασκευασμένος από τα πλέον χειροπιαστά υλικά, είναι που μας ζητάει, σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο, τον μυθιστορηματικό μικρόκοσμο, αυτό το διαφορετικό, το απλώς πιθανό, είναι που μας κρατά δέσμιους αυτής της άλλης πραγματικότητας, παγιδευμένους μέσα στην ύπνωση μιας εικονικής ύπαρξης, αποτρέποντας ολοκληρωτικά τη νοσταλγία του υπαρκτού κόσμου. Αυτή είναι η μαγεία του μυθιστορήματος.

Εξαιρετικές οι περιγραφές της φύσης… «…Το φως παιχνιδίζει ανάμεσα στα φύλλα της ροδιάς. Κάποια δειλά μπουμπούκια της και μια βαρυκόκαλη συκιά αναλαμβάνουν τους αδρούς τόνους, καθώς όλα τα υπόλοιπα παστελάτα, φευγαλέα, διστακτικά, θαρρείς, κβάντα μπαινοβγαίνουν απ’ όλα τα “σπιν” του πράσινου φάσματος φλυαρώντας ακατάσχετα…», αλλά και των ανθρώπων… «…Τα χάλκινα μαλλιά της γυναίκας του λυτά, ξάνοιγαν το ψηλό της μέτωπο με το αριστοτεχνικό προφίλ. Είχε συνήθως λυγισμένους χαλαρά τους μακριούς μηρούς της, ώστε να στηρίζει καλύτερα το ήμερο μωρό. Τα δάχτυλά τους πλεγμένα και τα βλέμματά τους αντάλλασσαν μακαριότητα. Ποια σμίλη θα πάγωνε το στιγμιότυπο και ποιο μάρμαρο θα μπορούσε ν’ αποδώσει τέτοιο αλάβαστρο “σάρκας απ’ τη σάρκα”;»

Αναρωτιέμαι, ποιες λέξεις άλλες θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα ένα τέτοιο ανθρώπινο σύμπλεγμα μάνας και παιδιού;

Σκόρπιες φράσεις από τις τόσες πολλές έτσι, όπως η ματιά πέφτει πάνω τους και μαγνητίζεται, και χαίρεται, όπως και λέξεις ακριβές, ακριβές στις έννοιες που ορίζουν. «…Ένα κερί στο κηροπήγιο και μια νύχτα που κλαίει. Ο Αντώνης δεν ήθελε να ξημερώσει. Χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί τι θα κάνει, να πάρει αποφάσεις. Σπαθίζει και μαστιγώνει ο πόνος…», «…Σκούριασε το κούτσουρο ή πάντα είχε τη σκουριά;», «…Εκείνος αφουγκραζόταν βουβός, όχι τόσο τις λέξεις, μα τη μυρωδιά απ’ τα χρώματα της φωνής του…», «…αγάλματα ξύλινα από σκάρτο μάρμαρο που μια μέρα θα σαπίσει…». Φιλοσοφεί με τις λέξεις των ηρώων του, «…Στους άλλους λέγε όσα ψέματα θέλεις, μόνο να ξέρεις γιατί τα λες, ποιον σκοπό εξυπηρετούν. Όταν το κάνεις αυτό συνειδητά, πολύ γρήγορα θα δεις το άσκοπο, το ανούσιο του ψεύδους και θα στραφείς στην ωραιότητα της αλήθειας. Δεν θα υπάρξει ποτέ κοινωνία χωρίς ψέμα, γι’ αυτό δεν ισχυρίζομαι πως το ψέμα πρέπει να εξαλειφθεί. Όχι, άλλωστε η διαχείριση της αλήθειας είναι μια δυσκολότατη κατάσταση…». «…Τα αισθήματα δεν είναι μόνο άρωμα πραγμάτων. Η αλήθεια είναι πως μυρίζουν λίγο από πράγματα, στην ουσία τους, όμως, είναι η μεγάλη ανάγκη να ξεχάσουμε το φόβο του θανάτου. Κωδωνοκρούσιες μυρωδιές μιας στιγμιαίας νίκης απέναντι στη μνήμη του θανάτου πριν βιώσουμε την πανωλέθρια συντριβή μας…».

Σύγχρονος εντελώς! «…Δικαίωμα η βλακεία, ναι, αλλά όχι υποχρέωση. […] Γι’ αυτό φροντίζουν κανείς να μην προχωρήσει πέρα από το κυνηγητό του επιούσιου. Εξαφανίζουν τα κεφάλια που σηκώνονται και κρατούν μόνο τα σκυμμένα. Πείτε όχι στους φόβους που προκαλούν. Πείτε όχι και στην ασφάλεια της μάντρας τους, αυτοί είναι οι λύκοι. Πείτε τους όχι!…»

Ο Χάρολντ Μπλουμ στο βιβλίο του «Πώς και γιατί διαβάζουμε» σημειώνει τη συμβουλή που είχε δώσει ο Σερ Φράνσις Μπέικον «Να διαβάζεις όχι για να αντικρούσεις ή να ανατρέψεις, ούτε για να πιστέψεις και να θεωρήσεις δεδομένο, μήτε για να βρεις θέμα κουβέντας και συζήτησης, αλλά για να μετρήσεις και να κρίνεις». Κι όπως έγραφε ο Ορτέγκα στο βιβλίο του και στην ενότητα «Ιδέες για το μυθιστόρημα», «Ονομάζω μυθιστόρημα το λογοτέχνημα που έχει αυτόν ακριβώς τον αντίκτυπο επί του αναγνώστη. […] Μεγαλειώδης, ευγενής δύναμη που πολλαπλασιάζει την ύπαρξή μας, που μας πλουτίζει και μας απελευθερώνει, που μας εμπλουτίζει με γενναιόδωρες μετεμψυχώσεις!»

«Ήλιε μου, εγώ έφταιξα για όλα», είπε απολογητικά σαν να ζήτησε συγνώμη» ο Στέφανος. Έφταιξε;…

Ένας κύκλος ολοκληρώθηκε, έκλεισε; Ή τώρα ξεκινά, μέσα μας;

«Αν το μυθιστόρημα ήταν ταινία θα ’θελα να ξεκινούσε με μια μουσική υπόκρουση, σαν ρέκβιεμ…» μου έρχεται στον νου το ξεκίνημα, ο πρόλογος του βιβλίου, κι ενώ νιώθω τη μουσική να κορυφώνεται, και να σταματάει απότομα.

Θα τολμήσω να παρατάξω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο και να το αντιστρέψω σ’ εσένα Στέλιο Χαλκίτη, να μη ξεχάσω να σ’ ευχαριστήσω γιατί η παρουσία σου με βοήθησε να επαναπροσδιοριστώ, να δω την αφεντιά μου σε άλλη θέση. Δεν πρόλαβα να λειτουργήσω στις νέες θέσεις, δεν έχει τόση σημασία αυτό, τόσο, όσο που κατάλαβα πως αυτοκαθορίζεσαι μέσω του άλλου.

Ο Λούσηρος, του Στέλιου Χαλκίτη, ένα βιβλίο εξαιρετικό στη γραφή του, στην αρμονία της γλώσσας του, εύστοχο στην πλοκή του, διεισδυτικό στα νοήματά του. Ενα βιβλίο που μας απελευθερώνει, που μας εμπλουτίζει γενναιόδωρα. Ο Λούσηρος, ένα βιβλίο στοχαστικό, ενός συγγραφέα βαθυστόχαστου! Σας προτρέπω να τολμήσετε τη μαγεία να βυθιστείτε στον κόσμο του!

Άγγιξε τη γωνιά του πεπρωμένου που ματώνει.

Είναι στιγμές που σκέφτηκα να μην στεναχωριέμαι με τα κακώς κείμενα. Έλεγα …. φαίνεται πως ο κόσμος πάει από μόνος του κάπου, όμως τελικά εμείς είμαστε ο κόσμος, εμείς οδηγούμε τους εαυτούς μας προς έναν προορισμό, και άλλοτε πάλι κατάλαβα πως δεν υπάρχει προορισμός, απλά τραβάμε κάποιο δρόμο ανάλογα με τις επιθυμίες των καιρών.

Τελευταία μου κατανόηση είναι πως ο κόσμος πάει κάπου μόνος του, στην πραγματικότητα, όμως, ο καθένας μας οδηγεί τον εαυτό του εκεί όπου έχει καθορίσει το πρότυπο που έφτιαξε στο κεφάλι του από μικρό παιδί και προς τα εκεί προβάλλει εικόνες σ’ όλη του τη ζωή. Ασυνείδητα, λοιπόν, πορευόμαστε με προορισμό αυτό που ύστερα λέμε πεπρωμένο. σελ 102

Σχολιάστε

  • *