Μπορεί ο άνθρωπος να πράττει με ελεύθερη βούληση;
Την 27 Νοεμβρίου 2013 | 0 Σχόλια
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Video από την διάλεξη

Φωτογραφίες

Πρόσκληση

Απομαγνητοφώνηση της διάλεξης

Απομαγνητοφωνημένη η διάλεξη του συγγραφέα Στέλιου Χαλκίτη, προσκεκλημένου του Δημάρχου Θεσσαλονίκης κ. Γιάννη Μπουτάρη και της Προέδρου του Βαφοπουλείου Πνευματικού κέντρου Θεσσαλονίκης κυρίας Θεοδώρας Λειψιστινού, υπό τον συντονισμό του Επ. Καθηγητή Φιλοσοφίας κυρίου Παναγιώτη Δόικου, στον κύκλο διαλέξεων «ΒΗΜΑ ΣΚΕΨΗΣ».

Μπορεί ο άνθρωπος να πράττει με ελεύθερη βούληση;

Κυρίες και κύριοι, σήμερα, όπως όλοι γνωρίζουμε ή οφείλουμε να γνωρίζουμε, βιώνουμε την πλήρη κατάργηση ερεθισμάτων εξατομίκευσης της υποκειμενικότητας, όπως αυτή βρίσκει την έκφρασή της μέσα από τις τέχνες, τις επιστήμες και γενικά μέσα από οποιαδήποτε έκφανση ατομικής δραστηριότητας που ανάγει το υποκείμενο στο μέτρο του ανθρώπου. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας παραχάραξης. Σκεπτόμενος, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν το υποκείμενο (θα χρησιμοποιώ τον όρο άνθρωπος για να συνεννοηθούμε καλυτέρα), πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, ο άνθρωπος, που πασχίζει παντοιοτρόπως να καταστήσει κεντρικό το «εγώ» του, αυτή τη χρονική στιγμή που τείνει σε χρονική διάρκεια, να επαιτεί τη διαγραφή της υπόστασής του;

Εντοπίζοντας, λοιπόν, αυτό ως κεντρικό πρόβλημα μιας σύνολης αποδόμησης αξιών, αρχών, ιδεωδών, ιδανικών, ακόμα και αυτής της ηθικότητας, υπό την έννοια του άτυπου δημόσιου συστήματος που αποσκοπεί στη μικρότερη επενέργεια του κακού ή της επιβλαβούς συμπεριφοράς (άτυπο υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει μια διαδικασία ή μια αυθεντία που να ρυθμίσει τα αμφιλεγόμενα ζητήματα και δημόσιο υπό την έννοια ότι όλοι αυτοί στους οποίους εφαρμόζεται πρέπει να μπορούν να το καταλάβουν), θεώρησα χρήσιμο το θέμα της αποψινής εισήγησης να είναι το οντικό και οντολογικό ερώτημα «Μπορεί ο άνθρωπος να πράξει με ελεύθερη βούληση;».

Σήμερα ασχολούμαστε με τη σπουδή των μεγάλων προβλημάτων: Θεός, θρησκεία (υπόθεση γεωγραφίας κατά τον Ρουσώ), φτώχια, υποσιτισμός, πόλεμος, ειρήνη, δίκαιο, υγεία, ρατσισμός, μετανάστης, κ.λπ.· μήπως είναι καιρός να σκεφτούμε πως ίσως όλων αυτών των προβλημάτων η αιτία είναι η απάντηση στο ερώτημά μας;

Θα παρουσιάσω το θέμα σε τρεις ενότητες.

  1. Θα δώσω μια απάντηση στο ερώτημα που θα μας απασχολήσει και θα τεκμηριώσω την απάντησή μου βάσει παραδειγμάτων.
  2. Θα εξηγήσω το μηχανισμό όλης της προβληματικής.
  3. Και τέλος θα προτείνω τι μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο.

Στο τέλος μπορείτε να κάνετε όποιες ερωτήσεις θέλετε. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας θα επιδιώξω μια σταθερότητα στη χρήση των όρων για να μην υπάρξουν παρανοήσεις και δεν θα ακολουθήσω κανονιστικές διατυπώσεις της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας ή της κβαντικής φυσικής. Ωστόσο, κάποιες φορές ίσως χρειαστεί να κάνω μια γλωσσική ή εννοιολογική αποσαφήνιση.

Το θέμα μας είναι «αν μπορεί ο άνθρωπος να πράξει με ελεύθερη βούληση».

Θα ξεκινήσω θέτοντας κάποια ερωτήματα που η απάντησή τους είναι προφανής. Φερ’ ειπείν, είμαστε ευχαριστημένοι από την πορεία μας στη ζωή; Θέλουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας; Θέλουμε να αλλάξουμε τους γύρω μας; Θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο; Δυστυχώς, όσο και αν το θέλουμε, τίποτα δεν θα αλλάξει και ποτέ, πάντα θα παραμένουμε ίδιοι, πάντα θα κυριαρχεί το επιβλαβές προσωπικό συμφέρον, η καχυποψία, η απληστία, οι δεσμοί αίματος και τόσα άλλα κακότροπα, εξαιτίας των προτύπων που εγκαταστάθηκαν από την προσωπικότητα στην ουσιακή μας κατάσταση. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε διότι δεν μπορούμε να ενεργήσουμε με ελεύθερη βούληση. Ζούμε σε ένα πλαίσιο αυτοθέλητης ειλωτείας. Αγόμαστε και φερόμαστε από παρορμήσεις, αδρανοποιούμαστε από απάθεια, από ζηλωτική παραμονή στην απραξία· στηριζόμαστε σε σύμβολα –άλλο να χρησιμοποιείς την πίστη και άλλο να χρησιμοποιούν την πίστη σου– και επιβιώνουμε σύμφωνα με τις επιταγές ακραίων ειωθότων. Ως ακραία ειωθότα εννοούμε τις καθιερωμένες και επιβεβλημένες ενέργειες, περιβεβλημένες πλήρους και υποσυνείδητης ιδιοτέλειας, που στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την έξωθεν καλή μαρτυρία. Επί παραδείγματι, η καθημερινή «καλημέρα» που λέμε προκειμένου να επιβεβαιώσουμε, μέσω της εκφραστικής υπόστασης του άλλου, την αποδοχή ή μη της βραχυπρόθεσμης ταυτότητας που έχουμε οικειοποιηθεί.

Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα για να καταδείξω ότι δεν ενεργούμε με ελεύθερη βούληση.

Μια πρώτη σκέψη –που θα στηρίξει την πεποίθησή μου– είναι πως κάθε πράξη ή απραξία, για την οποία μετανοούμε, είναι πράξη παρορμητική ή δηλώνει απάθεια. Η μετάνοια εγγενώς αναγνωρίζει το σφάλμα στο παρορμητικώς πραχθέν και τις αρνητικές συνέπειες ή και τη διαφυγούσα ωφέλεια ένεκα της απάθειας.

Να δούμε όμως και πιο ειδικά παραδείγματα:

  • Κάποιος αντιμετωπίζει δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση και όμως αγοράζει με γραμμάτια πολυτελές αυτοκίνητο προτάσσοντας διάφορες ψυχολογικές αντηρίδες, όπως ο φτωχός πρέπει να παίρνει ακριβό «για να κρατάει στο χρόνο» και διάφορα τέτοια που καταργούν την ορθολογική ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
  • Μια στιγμή καθήλωσης της λογικής οπλίζει το χέρι του φονιά, όχι του δολοφόνου, και όλα γίνονται αυτόματα· την επόμενη στιγμή κλαίει και οδύρεται.
  • Δεν είμαστε όλοι/ες ικανοποιημένοι από τον σύντροφο που επιλέξαμε. Φαίνεται να κάναμε λάθος στην επιλογή μας όχι απαραίτητα εξαιτίας δικής μας υπαιτιότητας, αλλά πιθανόν λόγω της εξαιρετικής απόδοσης του ρόλου που υποδύθηκε ο σύντροφός μας τότε ενεργώντας παρορμητικά.
  • Αποφασίζουμε να κοιμηθούμε· τι είναι αυτό που μας εμποδίζει;
  • Πολλές γυναίκες υφίστανται συναισθηματική και σωματική κακοποίηση. Αναφέρομαι σε αυτές που διατηρούν οικονομική αυτάρκεια, εν τούτοις προτιμούν να υποφέρουν τα πάνδεινα προκειμένου να παραμείνουν εντός μιας επίπλαστης και εν πολλοίς κίβδηλης ασφάλειας. Ορθώνονται οι ψυχολογικές αντηρίδες και υποστέλλουν κάθε τέτοια προοπτική.
  • Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε τα φτωχά παιδιά του κόσμου και όμως δεν το κάνουμε, ενώ μπορούμε να το κάνουμε. Κάποιοι το κάνουν.
  • Πόσα πράγματα από όσα κατέχουμε μας είναι πράγματι χρήσιμα; θα διαπιστώσετε ότι τα περισσότερα αποκτήθηκαν μόνο από παρόρμηση για να γεμίσουν την κενότητά μας.
  • Πόσοι από εμάς έχουμε δυσανασχετήσει τα μάλα για την καθιερωμένη επίσκεψη στην ονομαστική εορτή κάποιου;

Τώρα θα επιχειρήσω μια διόδευση των αιτίων που μας εμποδίζουν να πράξουμε με ελεύθερη βούληση για να μην κινούμαστε όπως λέει και ο Χάιντεγκερ σε δρόμους χαμένους στο δάσος.

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας κατάστασης όπου απαιτείται πράξη (προσοχή, όχι απόφαση, η απόφαση είναι κάτι άλλο· εμείς, όπως θα δούμε, έχουμε μπροστά μας δυνατότητες, και όπου υπάρχουν οι δυνατότητες, δεν αποφασίζουμε, πράττουμε ή δεν πράττουμε. Η απόφαση είναι ενέργεια δραστική, μη αναμενόμενη, όπου δημιουργούμε δυνατότητες που πριν δεν ήταν παρούσες). Φαίνεται το συναίσθημα να συνεμφανίζεται ταυτόχρονα με την έλλογη σκέψη· ωστόσο η κοινή πρακτική δείχνει πως το συναίσθημα αγνοεί την συμπαρουσία και εκμεταλλεύεται το μεσοδιάστημα όπου η έλλογη σκέψη χρονοτριβεί ανυπόφορα, αναλύοντας δεδομένα· εν τω μεταξύ δεν υπάρχει χρόνος, διαλύεται το εγώ μας και πρέπει να το διασώσουμε· τότε τα ηνία αναλαμβάνει η παρόρμηση. Αυτή η τεράστια διαφορά δράσης στην ταχύτητα της έλλογης σκέψης και του συναισθήματος έλκει την καταγωγή της από την ανάγκη επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων· έπρεπε να επιτεθούν στην απειλή ή να το βάλουν στα πόδια. Είναι ξεκάθαρο, το συναίσθημα μάς επιβάλλεται ταχύτερα –τον σκότωσε και δευτερόλεπτα μετά οδύρεται γι’ αυτό που έκανε– η λογική δεν προλαβαίνει να το ανακόψει.

Τώρα θα μπούμε στην ουσία του προβλήματος, στο λόγο ο οποίος κινητοποιεί την παρόρμηση, την απάθεια, τα σύμβολα και τα ακραία ειωθότα. Ο λόγος είναι η ιδιοποίηση ταυτοτήτων σε παθολογικό βαθμό απόλυτης ταύτισης με το ιδιοποιούμενο πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδιότητα. Ομοίως, εξαιτίας της παθολογικής απώθησης από κάτι (έντονη έλξη η απώθηση από κάτι είναι ο ορισμός της ταύτισης) αδρανοποιούμαστε και γινόμαστε απαθείς. Όσον αφορά τα σύμβολα, τους αποδίδουμε δυνάμεις, εξουσίες και ευθύνες που δεν έχουν. Ο άνθρωπος, από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τη θνητότητά του, αναζητά έναν αιώνιο τρόπο ύπαρξης και τελικά αντί να αναζητά τον εαυτό του, που ενδεχομένως να του προσφέρει διέξοδο στην αγωνία του, αντ’ αυτού στρέφεται σε προθανάτια υποσχετικά για μεταθανάτιες εξοχές. Επίσης, ας αναλογιστούμε πόσο αίμα έχει χυθεί ανωφελώς εξαιτίας των συμβόλων.

Εδώ να επισημάνω ότι στη λογοτεχνία συνιστούν να αποφεύγονται οι επαναλήψεις· εδώ δεν κάνουμε λογοτεχνία, παρουσιάζουμε μια ιδέα και οι επαναλήψεις είναι σχεδόν υποχρεωτικές για να μπορέσουμε να συνδέουμε τα προηγούμενα με τα επόμενα.

Πάμε, λοιπόν, να δούμε από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση με τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και τις ιδιότητες που μας οδηγούν να δράσουμε παρορμητικά ή να μην δράσουμε και να παραμείνουμε απαθείς ή να εναποθέσουμε τις ευθύνες στα σύμβολα και να κατευθύνουμε την πορεία μας στη ζωή με γνώμονα ακραία ειωθότα.

Βρισκόμαστε σε μια καταγωγική σύγχυση ταυτότητας – καταγωγική υπό την έννοια ότι χάριν της εξέλιξης, μέσω της γενετικής διακύμανσης, προγραμματίζεται, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, η φαινοτυπική μας διακύμανση (τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, τα διακριτικά χαρακτηριστικά, οι διαφορές μεταξύ των ατόμων). Πρωτογενώς έχουμε κοινό μόνο το κοίτασμα των διαφορών. Εν συνεχεία επενεργεί ο περίγυρος, εγγύτερος και ευρύτερος, που επιχειρούν να μας εξιδανικεύσουν πρότυπα ταυτοτήτων επιτείνοντας την ακαθοριστία της ατομικής μας ταυτότητας. Αυτή η ακαθοριστία, το ανεξιχνίαστο της καταγωγής και το αόριστο του επέκεινα, δημιουργεί την αναγκαιότητα στο υποκείμενο, στον άνθρωπο, να συμβληθεί με άλλα υποκείμενα σε συλλογικά μοντέλα που διατηρούν μια σχετική ευστάθεια στην ταυτότητα, τρόπον τινά να ομογενοποιηθεί. Παραδείγματα είναι τα κατηχητικά, οι συμμορίες, οι αθλητικοί σύλλογοι, τα κόμματα. Μόνος του ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα, απαιτείται να υπάρξει ένας άλλος άνθρωπος να τον αναγνωρίσει· «πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι» λέει ένα λόγιον του λαού. Φυσικά αυτό ισχύει μόνο στο επίπεδο της παρέας, σε μεγαλύτερους συνασπισμούς η επιλογή του μοντέλου λειτουργεί συμπληρωματικά προς εμάς· κάπως αποζητούμε ομαδοποιημένα υποκείμενα με ιδιότητες που εμείς δεν έχουμε. Έτσι, λοιπόν, λόγω της ακαθοριστίας της προσωπικής μας ταυτότητας εξαναγκαζόμαστε να ιδιοποιούμαστε πανικόβλητοι ταυτότητες αλληλεπικαλυπτόμενες, συγκυριακές και βραχυπρόθεσμες, και τις οποίες ανακαλούμε με μεγάλη ευκολία κάθε φορά που αισθανόμαστε να διαρρηγνύεται η ψυχολογική μας σταθερότητα, οπότε εκ νέου συνεχίζουμε το αδιαφανές ξεγέλασμα του εαυτού μας και των άλλων. Η οικειοποίηση ταυτοτήτων γίνεται μέσω της μίμησης και της ανεξέλεγκτης ή ρέουσας φαντασίας (η ελεγχόμενη φαντασία είναι ο οραματισμός). Εν ολίγοις, έχουμε να αντιπαλέψουμε πανίσχυρες γενετικές καταβολές με ελάχιστα εφόδια που θα τα δούμε στο τέλος.

Να θυμάστε ότι η ταυτότητα δεν είναι έκφραση εαυτότητας. Αγωνία είναι. Μια απερίληπτη αγωνία που προκαλεί ορμή. Η πραγματική ταυτότητα του καθενός βρίσκεται διαρκώς υπό έλευση και αν κάποτε γίνει αντιληπτή θα μας καταπλήξει. Έτσι λοιπόν νοηματοδοτεί τη ζωή του ο άνθρωπος με γνώμονα τις κατά καιρούς ταυτότητές του. Γι’ αυτό ενεργεί παρορμητικά· γιατί ταυτίστηκε με κάτι ή απωθήθηκε από κάτι· το να είσαι ο ασπονδότερος εχθρός σε κάτι είναι και αυτό ταύτιση. Θα έχετε ακούσει να μιλούν για το φανατισμό του νεοφώτιστου. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι στην πραγματικότητα ο άνθρωπος δεν ζει· απλά επιβιώνει. Σκεφτείτε πόσο χρόνο δαπανήσαμε από τη ζωή μας ενδεδυμένοι ταυτότητες που τελικά διαπιστώσαμε πως δεν μας ανήκαν.

Προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: αν μπορούσαμε να καταργήσουμε όλες τις ταυτίσεις, δεν θα ιδιοποιούμασταν ταυτότητες και κατά συνέπεια δεν θα ενεργούσαμε παρορμητικά. Η απάντηση είναι αρνητική, δεν μπορούμε να το κάνουμε, είναι ακαταμέτρητα δύσκολο και δεν πρέπει να καταργηθούν οι ταυτίσεις διότι ο άνθρωπος αυτομάτως θα έχανε κάθε νόημα για ζωή. Όλοι εσωτερικεύουμε ένα ελάχιστο πλήθος ταυτίσεων που ξεκινούν από τους γονείς, από την οικογένεια. Αυτοί που αυτοκτονούν, λίγο πριν έχουν υποστεί μια βίαιη εξωτερική και καθολική αποϊδιοποίηση όλων των ταυτίσεων που καταφέρνει να αποσυντονίσει τους νευροδιαβιβαστές.

Σε όλη αυτή τη μηχανική σύγχυση, αγωνία, ταύτιση, ταυτότητα, παρόρμηση, υπάρχει κάτι βαθύτερο που πρέπει τώρα να αναφερθεί. Κάθε ταυτότητα αφήνει ως αποτύπωμα ένα «εγώ». Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ενδυόμαστε ταυτότητες και από το μέλλον και από το παρελθόν, οι έφηβοι, ως επί το πλείστον από το μέλλον και οι γηραιότεροι από το παρελθόν· θυμηθείτε τους γεροντο-έρωτες και τον παλιμπαιδισμό, όπου ήδη έχει διαμορφωθεί ένα εγώ που περιβάλλεται με την ισχυρογνωμοσύνη της ηλικίας και γίνεται πανίσχυρο και ενδεχομένως καταστροφικό. Όλα λοιπόν αυτά τα «εγώ», έμπρακτος απόηχος των κατά καιρούς ταυτίσεων, δημιουργούν μέσα μας μια εσωτερική βαβέλ από αντιφάσεις, φωνές και επιθυμίες. Βρισκόμαστε σε μια πάλη ελέγχου δυαδικών αντιθέσεων και απλά καταλήγουμε, λόγω συνήθειας και ανημποριάς, σε μια ειρηνική συνύπαρξη και αποδοχή της επικράτησης του εξουσιαστή. Ακούμε συχνά να λέει κάποιος «εγώ είμαι παρορμητικός»· έχει αποδεχτεί την ήττα του και απλά αφήνεται να συμβαίνουν τα πράγματα. Ένα «εγώ» αποφασίζει να ξυπνήσει το πρωί, ένα άλλο «εγώ» αρνείται, ένα «εγώ» προβαίνει σε μια πράξη, ένα άλλο μετανοεί. Εσύ ξεχνάς τα κλειδιά σου και κάποιος άλλος μόλις απομακρυνθείς σ’ το υπενθυμίζει. Επιθυμούμε πολλά αντιφατικά πράγματα ταυτόχρονα και ύστερα απορούμε που δεν επιτεύχθηκε ο στόχος· ποιος απ’ όλους; Θέλεις να σπουδάσεις και δεν μελετάς· θέλεις να πλουτίσεις και είσαι σπάταλος· θες να αισθανθείς τα δώρα του έρωτα και όμως δεν αφήνεσαι· άλλος αποφασίζει μέσα στον άνθρωπο, άλλο  «εγώ» εκτελεί, άλλο διαμαρτύρεται, ένα χάος. Ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Πώλ Βαλερύ είπε το αμίμητο: «γεννήθηκα πολλοί και πέθανα μόνο ένας». Βρισκόμαστε σε μόνιμη επιβιωτική διαπάλη κάποιου «εγώ». Όλες αυτές οι ιεραρχικές αντιθέσεις (διάταξη, ο ένας από τους δυο εξουσιάζει τον άλλον) δείχνουν ότι απλά δεν μπορούμε να πράξουμε και ο λόγος είναι ότι δεν ελέγχουμε τον εαυτό μας γιατί δεν τον γνωρίζουμε.

Παράπλευρο ερώτημα: γιατί ενόσω ο άνθρωπος διαπιστώνει, έστω εκ των υστέρων, ένα λάθος του, εν τούτοις δεν διδάσκεται από αυτό, αλλά το επαναλαμβάνει; απλά διότι κάθε στιγμή χρησιμοποιούμε ψυχολογικές αντηρίδες –ψυχολογικά υποστυλώματα– που απορροφούν ολότελα το συγκλόνισμα που θα προέκυπτε ή ακριβέστερα δεν επιτρέπουν καθόλου την εμφάνιση του συγκλονισμού· είναι έτοιμες κάθε στιγμή να μας υποστηρίξουν, με αποτέλεσμα τα ολέθρια ψεύδη που λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους και που τελικά τα πιστεύουμε.

Πάμε ακόμα πιο πέρα. Εκτός από την παρόρμηση είναι προφανές ότι υπάρχει και η επιλογή να μην ενεργήσουμε παρορμητικά, αλλιώς δεν θα υπήρχε τίποτα όρθιο, θα είχαμε κατασπαραχτεί αλλήλοις. Επομένως, κάποιοι δρουν παρορμητικά –τώρα ξέρουμε ότι αυτό συμβαίνει για να αποφύγουμε τη βίαιη αποταύτισή μας– και κάποιοι ωστόσο δεν δρουν παρορμητικά. Αυτοί πώς το καταφέρνουν; Η απάντηση είναι συγκλονιστική «τυχαία». Και αυτό δεν μας ενδιαφέρει και δεν θα μας απασχολήσει.

Εμείς έχουμε ανάγκη να δούμε πώς μπορούμε να ενεργούμε συνειδητά και με ελεύθερη βούληση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνω μια αναφορά στις λειτουργίες του ανθρώπου.

Μπορούμε να κατατάξουμε τις λειτουργίες του ανθρώπου σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες. Ο άνθρωπος σκέπτεται, αισθάνεται, κινείται και κινεί, και αυτορυθμίζεται ασυνείδητα. Κάθε μια από αυτές επιδρά πάνω στις άλλες και συχνά μια λειτουργία υποκαθιστά μια άλλη αδέξια και ως μη όφειλε. Υπάρχει βέβαια μια συνάρθρωση των λειτουργιών, αλλά λόγω χρόνου δεν θα επεκταθώ γιατί θα χρειαζόταν μια ατέρμονη ανάλυση.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια υποτέλεια της λογικής και μια ηγεμονία της παρόρμησης. Διαφιλονικεί η παρόρμηση από θέση ισχύος στο παρόν, διασαλεύει το παρελθόν (θέτει υπό αμφισβήτηση την κρίση μας περί των προθέσεων του παρορμητικώς ενεργούντος υποκειμένου) και υποθηκεύει το μέλλον. Αργά ή γρήγορα ο καθένας μας θα συλλάβει τον καημό του. Ευτυχώς δεν είμαστε απόλυτα έρμαια και εδώ μπαίνουμε στην τρίτη ενότητα, τι προτείνουμε για να βγούμε από το αδιέξοδο και επιτέλους να ζήσουμε, να κοιτάμε και να βλέπουμε, να επιθυμήσουμε και να αποκτήσουμε, να επιδιώξουμε και να πετύχουμε, να ζήσουμε γαλήνια και ειρηνικά.

Εδώ σας παρακαλώ στο σημείο αυτό να προσέξετε ιδιαίτερα.

Θα εξηγήσω τι λέμε κβαντική υπέρθεση, θα αναφέρω το πείραμα του Έρβιν Σρέντιγκερ με τη γάτα· πιθανόν πολλοί από σας να το γνωρίζετε ήδη.

Έχουμε ένα κλειστό κουτί, μια γάτα μέσα στο κουτί, ένα φιαλίδιο με κυάνιο και ένα σωματίδιο· αναλόγως της συμπεριφοράς του σωματιδίου υπάρχουν ίσες πιθανότητες να ενεργοποιηθεί ένα σφυρί και να σπάσει το φιαλίδιο με αποτέλεσμα το βέβαιο θάνατο της γάτας ή να μην ενεργοποιηθεί και να παραμείνει ζωντανή η γάτα. Μέχρι τη στιγμή που ο παρατηρητής δεν έχει ανοίξει ακόμα το σφραγισμένο κουτί, η γάτα μπορεί να είναι ζωντανή, μπορεί και να μην είναι, δηλαδή η γάτα βρίσκεται σε μια υπέρθεση δύο καταστάσεων.

Ο εγκέφαλος μάς παρέχει επιλογές δράσης που διέπονται από τη λογική και από το συναίσθημα, δηλαδή κάθε φορά μας φέρνει ενώπιον μιας κβαντικής υπέρθεσης επιλογών· μόλις επιλέξουμε τρόπο δράσης καταρρέει η κυματοσυνάρτηση, καταρρέει η υπέρθεση και γίνεται ανάμνηση, ιστορία, βιβλίο και δάσκαλος που εκπαιδεύει το νου.

Εμείς, με πρόθεση δική μας, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε το νου μας έτσι ώστε να αποκλείει να μας προτείνει επιλογές που είναι τραγικές.

Ο εγκέφαλος για να σου δώσει το διαφορετικό πρέπει να έχει εμπειρία από το ίδιο, πρέπει να έχει εμπειρία από το κακό για να σου δώσει το καλό. Αν όμως κάθε φορά χρειαζόταν η εμπειρία του κακού, τότε ή στη φυλακή θα ήμασταν ή κι εγώ δεν ξέρω πού. Και όμως είμαστε εδώ, οπότε κάτι πρέπει να υπάρχει, κάτι που το κάνουμε τυχαία και πρέπει να το εξηγήσουμε για να το κατευθύνουμε. Και εδώ έρχεται ένα σπουδαιότατο εργαλείο να μας βοηθήσει, Ποιο είναι αυτό; Η φαντασία. Μέσα από τη φαντασία, και υπό τύπον επανάληψης, θα πείσουμε τον εγκέφαλο να μην μας προτείνει κακές επιλογές. Μπορούμε να εικονοποιήσουμε μέσω της φαντασίας παραπλήσια γεγονότα, στηριζόμενοι στο αξίωμα πως δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάτι που δεν υπήρξε, υπάρχει ή θα υπάρξει, και εξηγούμαι: μπορούμε να σκεφτούμε έναν άνθρωπο ψηλό μέχρι τον ουρανό, ναι, αλλά υπάρχει ο άνθρωπος που γνωρίζουμε· μπορούμε να σκεφτούμε μια σαρανταποδαρούσα με χίλια πόδια, ναι, αλλά  υπάρχει αυτή με τα σαράντα πόδια. Δηλαδή επιδιώκουμε να αναγνωρίσει ο εγκέφαλος κάτι ως κακό, χωρίς κατ’ ανάγκη να έχουμε βιώσει το γεγονός· επιδιώκουμε να το αναγνωρίσει, χωρίς να το γνωρίζει ως βιωματική εμπειρία και αυτό γίνεται μέσω των λέξεων, που μολονότι είναι τα ονόματα των εννοιών, αυθύπαρκτες είναι άδεια κελύφη που αποκτούν υπόσταση νοηματοδοτώντας τις φράσεις και παράγοντας συναίσθημα και εικόνα. Είναι τεχνική απαίτηση, λοιπόν, η ενεργοποίηση της φαντασίας· ασχέτως με ποιον τρόπο θα την θέσετε σε λειτουργία μπορείτε να το κάνετε μέσω οραματισμού, μέσω της λογοτεχνίας, μέσω της ζωγραφικής, μέσω του κινηματογράφου κλπ.

Είπαμε να αποταυτιστούμε αποτινάσσοντας κάθε ταύτιση-ταυτότητα· είναι σχεδόν αδύνατο και δεν είναι επιθυμητό, διότι ενδεχομένως να μας αποκόψει κάθε νόημα για ζωή· δυνάμεθα όμως να τις αντικαταστήσουμε με άλλες ιδεωδέστερης μορφής και περισσότερο επωφελείς και αυτό επιτυγχάνεται μέσω ισχυροποίησης της θέλησης, κάνοντας αυτό που δεν θέλουμε ή μη κάνοντας αυτό που θέλουμε, σε αποφάσεις που δεν ασφυκτιούν χρονικά.

Ταυτόχρονα οφείλουμε να αποδομήσουμε πρόσωπα, καταστάσεις και ιδιότητες που εξιδανικεύσαμε και δεν τους πρέπει. Σ’ αυτή την προσπάθεια θα μας συνδράμει η κατανόηση της αποδόμησης. Να γνωρίζετε ότι η διαδικασία αποδόμησης είναι δυσκολότατη διαδικασία. Πρέπει να ασκηθεί κανείς να εντοπίζει τα αποδομητικά στοιχεία μιας εξιδανίκευσης. Είναι πολύ απλό να αποδομήσετε με λάθος τρόπο και αυτό είναι οδυνηρό. Πρέπει να βρείτε το απολύτως ασφαλές αποδομητικό στοιχείο και πάνω του να εργαστείτε. Θα σας πω ένα απλό παράδειγμα: Όλοι βρισκόμαστε εντός της οικονομικής κρίσης και τι βλέπουμε; Το θεσμό της ελληνικής οικογενείας να αποδομείται. Ερώτηση: ποιός είναι ο αποδημητικός παράγοντας της ελληνικής οικογένειας; Με σχετική ασφάλεια η πλειονότητα των ερωτηθέντων θα απαντούσε «η οικονομική κρίση φυσικά». Και όμως, δεν είναι η οικονομική κρίση, διότι κάποιος που υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης και ενώ είναι έτοιμος να αποφασίσει να κινηθεί σε διέξοδο, αίφνης μπορεί να κερδίσει ένα λαχείο. Η μετανάστευση είναι ο αποδημητικός παράγοντας που αποδομεί το θεσμό της οικογένειας και μάλιστα κατατάσσεται στις βίαιες αποδομήσεις που έχουν ως χαρακτηριστικό να επαναδομούνται σε άλλο χρόνο, άλλο τόπο και με μεγαλύτερη ένταση. Δείτε πόσο εναγκαλισμένες είναι οι ελληνικές οικογένειες στο εξωτερικό, οικογένειες που έχουν ήδη αναδομηθεί. Να αναφέρω ότι εντός της αποδομημένης ή της υπό αποδόμηση οικογένειας υπήρχε ένα φανερά – κρυφό αποδομητικό στοιχείο, ένα αντίστοιχο σαράκι, όπως υπάρχει εγγενώς σε κάθε τι δομημένο, που σε κάθε περίπτωση και πέραν της μετανάστευσης θα ασκούσε την αποδομητική του επενέργεια, το στοιχείο αυτό είναι μέρος της δόμησης, εμπεριέχεται στη δομή που δεν μπορεί να σταθεί απομονώνοντας αυτό το στοιχείο, είναι μέρος της. Δεν μπορείς να έχεις ζωή χωρίς θάνατο, στο πτώμα δεν εμπεριέχεται ο θάνατος. Αλλά η εκτενής αναφορά σ’ αυτό το στοιχείο δεν μας ενδιαφέρει άμεσα.

Συμπέρασμα:

πάρχουν τρόποι να πράττουμε με ελεύθερη βούληση αρκεί να ισχυροποιήσουμε τη θέληση, να αναπρογραμματίσουμε το νου μας(με όπλο την στοχαστική φαντασία) και να αποδομήσουμε εξιδανικευμένες ταυτίσεις. Όλα αυτά θα οδηγήσουν με απολύτως φυσικό τρόπο σε ένα εαυτοστρεφές όχι πλέον κοίταγμα αλλά βίωμα της εαυτότητάς μας.

Θέλω να κλείσω με μια μικρή παράγραφο από ένα ανέκδοτο φιλοσοφικό μου δοκίμιο.

Η εμμονική επιδίωξη της υποκειμενικής και ποικιλόμορφης ιδανικότητας οδηγεί κατ’ αρχήν σε στέρηση της ελευθερίας της ατομικής ύπαρξης. Η νίκη επί των υποκειμενικών ιδανικοτήτων καταφάσκει στην επιθυμία για ζωή και αποτελεί τη νέα οντολογική συνθήκη (δηλαδή έρχεται επιβεβαιωτικά στην επιθυμία για ζωή) μιας περισσότερο άρτιας και ολοκληρωμένης οντικής πραγματικότητας.

Αναφορές σε άλλους ιστότοπους

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Σχολιάστε

  • *